Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Εδώ Άργος: Το Ροσινιόλ που μάγεψε τους Γάλλους


 
Από το απόγευμα έπεφτε μια ψιλή βροχή, μαγιάτικη. Κατά το βραδάκι, απόβροχο, προτείναμε στους δυο ξένους μας ελαφρό, καθαρά ελληνικό δείπνο. Σουβλάκι στη Λέρνα, στο όμορφο χωριό των Μύλων, δίπλα στους βάλτους όπου δρούσε η αρχαία Ύδρα, το τέρας που γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την Έχιδνα. Τώρα, ακίνδυνη πια, χωρίς τα εννέα κεφάλια της και το δηλητήριό της από το οποίο δεν γλίτωσαν ούτε ο Κένταυρος Χείρων ούτε ο ίδιος ο φονέας της, ο Ηρακλής, δεν έχει να κάνει τίποτα άλλο από το να ρουφά λίγη από την κνίσα που ανεβαίνει στον ουρανό και να χαζεύει -αθέατη- τους τουρίστες, αναθυμούμενη μέρες καλές.

Οι μυρουδιές από το υγρό χώμα κι από τον βρεμένο γερο-πλάτανο συναγωνίζονταν την τσίκνα από την ψησταριά κι η συζήτηση με τους Γάλλους, μετά το φαγητό, άρχισε να περιστρέφεται στο γνωστό θέμα της οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Και τότε ακριβώς, τη στιγμή που επρόκειτο να υπογραφεί μια άτυπη ελληνογαλλική συμφωνία, το άκουσα πρώτος. Ένα αηδόνι κρυμμένο στη φυλλωσιά του μεγάλου πλάτανου άρχισε το τραγούδι του. Οι Γάλλοι δεν πίστεψαν ότι επρόκειτο για αυθεντικό ροσινιόλ (η γαλλική λέξη ανέσυρε για δευτερόλεπτα στη μνήμη τον παλαιό κινηματογράφο όπου είχα δει τα πρώτα ακατάλληλα έργα της εφηβείας μου). Είχαν την πεποίθηση ότι ο ταβερνιάρης είχε κρύψει ηχεία στα κλαδιά του πλάτανου για να ελκύει πελατεία. Έλα όμως που το ροσινιόλ συνέχιζε ακάθεκτο να ανεβοκατεβαίνει τις μουσικές του σκάλες χωρίς καμία, μα καμία, περιοδικότητα στο τραγούδι του! Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, χορτάτο κι αυτό από τα σουβλάκια και τη ζωή που κύλησε τόσο γρήγορα, στέκονταν κάτω από το δέντρο μαγεμένο. Τους πλησίασα.
«Αηδόνι δεν είναι αυτό;», ρώτησαν.
«Αηδόνι, βέβαια, τι άλλο θα μπορούσε να είναι».
«Δεν έχουμε ποτέ μας ακούσει αηδόνι», είπαν συγκινημένοι φτάνοντας μόνοι τους σε παλαιότερη διαπίστωσή μου: Μόλις ακούσεις αηδόνι να κελαηδά -ακόμη κι αν ποτέ σου δεν έχεις ακούσει το τραγούδι του- θα μονολογήσεις: «Αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από αηδόνι».
Μείναμε λίγη ώρα άφωνοι προσπαθώντας να κλείσουμε τις ρωγμές του χρόνου που άνοιξε ξαφνικά μέσα μας το θεϊκό, αόρατο πτηνό. Και λίγο αργότερα, αφού αποτύχαμε στις προσπάθειες, αφήσαμε τον χρόνο να τρέχει σαν αίμα. Θυμηθήκαμε τον Σεφέρη και το «Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες», είπαμε για γαρδέλια και σπίνους, παπαδίτσες και καλογέρους, σιταρίθρες και καρδερίνες και φλώρους, είπαμε για βροχές και για λιακάδες, αναφέραμε και τον Αριστοφάνη, είπαμε για πολλά υπό τους ήχους πάντοτε του ακούραστου βιρτουόζου. Το έβλεπα το ηλικιωμένο ζευγάρι: δεν ήθελαν να αφήσουν το αηδόνι και τη συζήτηση, ήθελαν να μείνουν εκεί, προσηλωμένοι στην πρώτη και -ίσως- μοναδική εμπειρία τους. Με δυσκολία μετά από ώρα με αποχαιρέτησαν και μπήκαν στο αυτοκίνητό τους.
Ποια μυστική δύναμη θέλησε να τους κρατήσει εκεί; Η μίζα, πιο υπάκουη από την μπαταρία, γύριζε ράθυμα, η τελευταία όμως δεν έδινε το ρεύμα. Μετά από λίγο έγινε φανερό πια ότι εξέπνευσε. Όσες προσπάθειες και αν δοκίμασε ο γηραιός οδηγός απέβησαν άκαρπες. Τελικά, μήπως τίποτα στον κόσμο μας δεν είναι τυχαίο; Μήπως το αηδόνι, εν μέσω της κνίσας που ταξίδευε ψηλά προς τους θεούς, έστελνε και τη δική του παράκληση εκεί, να κρατηθούν οι λίγοι λάτρεις που του απέμειναν λίγο ακόμη κοντά του; Στο τέλος σπρώξαμε το αυτοκίνητο και πήρε μπροστά. Γρήγορα χάθηκαν τα φανάρια του στην πρώτη στροφή.
Όταν αργότερα μπήκαμε κι εμείς στο αυτοκίνητο και πριν γυρίσω το κλειδί στη μίζα σκέφτηκα ότι δε θα ήταν διόλου παράξενο αν και το δικό μου όχημα αρνούνταν να πάρει μπροστά. Το αηδόνι, βλέπετε, συνέχιζε το τραγούδι του μέσα από την υγρή φυλλωσιά του πλατάνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου